εύανδρος

I
Μυθολογικό πρόσωπο. Βασιλιάς της Αρκαδίας, γιος του Ερμή και της Θέτιδας. Η λατρεία του, που σχετιζόταν με τον Πάνα, είχε εντοπιστεί περισσότερο στο Παλλάντιο, τον τιμούσαν όμως και στην Τεγέα, στον Φενεό και στην Κυλλήνη. Ήρθε, σύμφωνα με την παράδοση, σε προστριβές με τους Αργείους και περίπου το 1250 π.Χ., έφυγε με πολλούς Αρκάδες για την Ιταλία. Εγκαταστάθηκαν στο Λάτιο, σε λόφο που τον ονόμασε Παλλάντιο (ο περίφημος Παλατίνος λόφος της Ρώμης) όπως ήταν η ονομασία της γενέτειράς του, του πατέρα αλλά και του γιου του (Πάλλας). Εκεί φιλοξένησε τον Ηρακλή, στον οποίο αφιέρωσε το μέγα θυσιαστήριο. Στην Αινειάδα φαίνεται ότι υποδέχτηκε με υπέρτατες τιμές τον ήρωα της Τροίας Αινεία και εμπιστεύτηκε σε αυτόν τον νεαρό γιο του, τον Πάλλαντα, ο οποίος σκοτώθηκε στον πόλεμο κατά των Λατίνων.
II
Όνομα ιστορικών προσώπων.
1. Φιλόσοφος της Μέσης Ακαδημίας από τη Φωκίδα (τέλη 3ου αι. π.Χ.). Ήταν μαθητής του Λακύδη, τον οποίο και διαδέχτηκε μαζί με τον Τηλεκλέα, στη διεύθυνση της Ακαδημίας (215-214). Όταν πέθανε ο Τηλεκλής ανέλαβε μόνος του τη διεύθυνση έως τον θάνατό του.
2. Χαλκοπλάστης (1ος αι. π.Χ.). Εργάστηκε αρχικά στην Αθήνα και έπειτα στην Αλεξάνδρεια. Θεωρείται από τους τελευταίους εκπροσώπους της αρχαίας αττικής σχολής.
* * *
-η, -ο (Α εὔανδρος, -ον)
(για έθνη ή χώρες ή πόλεις) αυτός που έχει πολλούς ενάρετους και γενναίους άνδρες («η εύανδρη Ήπειρος»)
αρχ.
αυτός που φέρνει ευτυχία στους ανθρώπους («ὅπως ἂν εὔφρων ἥδε ὁμιλία χθονὸς τὸ λοιπὸν εὐάνδροισιν συμφοραῑς πρέπῃ» — για να φανεί καλόγνωμη αυτή η συντροφιά και να δίνει στη γη μας άλκιμα ανθρώπινα βλαστάρια, Αισχύλ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -ανδρος (< ανήρ), πρβλ. άν-ανδρος, φίλ-ανδρος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Εὔανδρος — abounding in good men and true masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔανδρος — abounding in good men and true masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔανδρον — εὔανδρος abounding in good men and true masc/fem acc sg εὔανδρος abounding in good men and true neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Евандр — (Εΰανδρος): 1) По латинской легенде сын Гермеса и аркадской нимфы, за 60 л. до Троянской войны выселившийся из аркадского города Паллантия, прибывший в царствование Фавна на место будущего Рима и назвавший холм, на котором он поселился, по имени… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • εὐανδροτάτη — εὔανδρος abounding in good men and true fem nom/voc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐανδροτάτην — εὔανδρος abounding in good men and true fem acc superl sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐάνδροισι — Εὔανδρος abounding in good men and true masc dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάνδροισι — εὔανδρος abounding in good men and true masc/fem/neut dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Εὐάνδρου — Εὔανδρος abounding in good men and true masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐάνδρου — εὔανδρος abounding in good men and true masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.